Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Πόσο ακόμα

Πόσο ακόμα; Πίσω από τα παράθυρα, τις κλειστές κουρτίνες.
Πόσο ακόμα; Να περιμένω το αργότερα για να με ανακουφίσει.
Πόσο ακόμα; Αναμονή για το όμορφο, αυτό το αξεπέραστο.
Πόσο ακόμα; Ένα χάδι γλυκό, και μια ανάσα βαθιά - στο δείλι.

Εδώ. Τώρα. Όχι. Μετά. Επιθυμία. Βαθιά. Για Σένα.

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Ζωή.

Πίεση να κάνεις ό,τι θέλουν οι άλλοι. Ανάθεμα οι συμβουλές τους κι οι όμορφες ιδέες τους.       
                                          
Κρατούσε ένα κίτρινο φαράσι με σκουπίδια και πήγε η γιαγιά να το αδειάσει στον μεγάλο γκρι σκουπιδοντενεκέ.
Το μικρό όμορφο κοριτσάκι κοντοστάθηκε πιο πίσω. Η γιαγιά γυρνώντας του είπε  να ανέβει στην ρόδα για να το κάνει γύρω γύρω. Τραβάει μια φορά η γιαγιά. Μια δυο τρεις, στην τέταρτη σταμάτησε και του ζήτησε να κατέβει. Αυτό δεν κατάλαβε ότι μόλις σταματήσει η ρόδα να γυρνάει, η γιαγιά δε θα την ξανακουνήσει. Κουράστηκε. Πείσμα κι οι δυο. Το κορίτσι να μην κατεβαίνει, και σφιχτά να κρατάει το σίδερο. Η γιαγιά πιο πολύ πείσμα. Με το κίτρινο φαράσι στο χέρι απομακρύνεται, λέει φεύγω, μα αυτό δεν τρομάζει.       

Σφιχτά κρατάει το σίδερο. Και η γιαγιά απομακρύνεται κι άλλο κοιτάζοντάς το. Κουνάει το φαράσι - νομίζει ότι είναι θέλγητρο. - Επιφανειακά.  Όλα.

Τα πόδια λυγίζουν. Από ένα κενό στα ξύλα που πατούν τα πόδια του απλώνει χαμηλά το ένα πόδι. Και δε βρίσκει έδαφος, εκεί που είναι, λίγο έδαφος. Ξανασηκώνεται. Πάλι λυγίζει. Θέλει να πιάσει έδαφος, στέρεο έδαφος.

Όμως η γιαγιά από μακριά το βλέπει, και κατάλαβε. Αφήνει το φαράσι σε ένα πεζούλι, και με βήματα μεγάλα πάει να το πάρει το κορίτσι, σίγουρη πως αυτό θέλει να φύγει.
Και πλησιάζει, και το σηκώνει, και φεύγουν μαζί.

Ανάθεμα. Μαζί η ευλογία μαζί και η κατάρα.