Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Πιο πέρα

Λάθος κινήσεις, λάθος αποφάσεις; Ένα κομμάτι κέικ, ένα ωραίο κομμάτι, μια γωνία - κι ας έχει κρύο. Πας στο σπίτι, φτάνεις σπίτι• και θα έχεις τα πάντα. Ό, τι χρειάζεσαι. Ώ ναι, πιο πέρα, σε ό,τι έρχεται και ό,τι φέρει, το δώρο.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Επικοινωνία.

Υπάρχει ένα κενό που μοιάζει ανυπέρβλητο• κάτι στην επικοινωνία. Μα σε αγαπάω.
Έπειτα μόνο εσύ με καταλαβαίνεις. Υπάρχει ένα βάθος, όταν με κοιτάζεις και σου μιλώ..

Κι όταν είπες φεύγω, αναρωτήθηκα ποια ώρα μας ένωσε.
Και ποια ώρα μας χωρίζει.
Δε θα έβρισκα την ουσία μου σε σένα. Το 'ξερα. Εσύ δε με έχεις φτιάξει, δε με ξέρεις• τα κενά μου δε μπορείς να καλύψεις.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Η 25η ώρα.

Ησυχία. Κλάμα βρέφους, βήματα. Η 25η ώρα για μένα θα έρθει 23 Δεκεμβρίου. Επέτειος και δώρο• το καλύτερο.

Ευχαριστώ τον Γιώργο Ιατρίδη για την συνεργασία στην 25η ώρα.

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Χρυσόσκονη.

Χρυσή η μαύρη θάλασσα. Χρυσά τα όνειρά σου που γυαλίζουν στις μαύρες σκέψεις σου από πάνω. Χρυσά ήταν πάντα, μα τώρα φαίνονται ξεκάθαρα στο φως του φεγγαριού πριν φέξει. Η νέα μέρα ήρθε και η χρυσόσκονη σε λούζει.


Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Αλήθεια.

Επιτέλους μια αλήθεια θέλω. Την αλήθεια. Να οδηγηθώ στην αλήθεια. Σε κάτι αληθινό. Στο αληθινό. Φτάνω. Είναι κοντά. Τα λέπια πέφτουν, οι άμυνες επίσης. Θα ηρεμήσω. Θα αναπαυθώ στην αγκαλιά της αλήθειας.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

"Όνειρο Ήταν", Γιάννης Κότσιρας


Ξέρω τι πέρασες, δεν είναι κι απλό
Στα μάτια σου, σύννεφα χάραξες
Κι όμως να ξέρεις, στον κόσμο αυτό
Με κύματα φτιάχνονται οι θάλασσες
Κράτα το χέρι μου κι όταν θα κλαίς
Εγώ θα μαι εκεί, μη φοβάσαι
Ξέχνα τα όλα, θα φέρει η ζωή
Καινούριες στιγμές, να θυμάσαι

Άσε ένα γέλιο, σαν ήλιος να στάζει
Στα μάτια μου να σου γελώ
Όνειρο ήταν, θα δεις θα περάσει
Σαν όλα τ' άλλα κι αυτό

Ξέρω τι πέρασες κι όμως μπορεί
Το αύριο να ανοίξει τα σύνορα
Να το θυμάσαι, πριν γίνουν ζωή
Τα πάντα πως ήτανε όνειρα
Κλείσε τα μάτια σου, κάνε μια ευχή
Για σένα τ' αστέρια, έχω ανάψει
Θέλει αέρα, καλό η ψυχή
Φτερό για να βρει, να πετάξει

Άσε ένα γέλιο, σαν ήλιος να στάζει
Στα μάτια μου, να σου γελώ
Όνειρο ήταν, θα δεις θα περάσει
Σαν όλα τ' άλλα κι αυτό

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Τι έφταιξε, στα αλήθεια.

Παραμένεις. Ομορφαίνεις. Και σαλεύεις. Τα πρώτα τιτιβίσματα, οι πρώτες λέξεις, οι πρώτες υποσχέσεις. Και σαν ο ήλιος ανατέλλει ψιθυρίζεις τα αστεία στου ονείρου τα πεζούλια. Κι όταν φεύγεις, με μαζεύεις, μ' ομορφαίνεις;

Αργοφεύγω και δειλά αργομαζεύω τα παγκάρια, τα αδειανά παρασυρτάρια. Και τα φτιάχνω, τα καθαρίζω, τα αδειάζω. Και απορώ, τον εαυτό μου ερωτώ. Τι απ' όλα άξιζε να αφήσω, να κρατήσω. Μια απάντηση ζητώ, σ' Αυτόν που με έφτιαξε απορία θέτω. Και γαλήνη, ηρεμία και ζωή μόνο λαμβάνω καθώς ένα ένα τα κομμάτια μου μαζεύω με αλήθεια.

Παροιμίες 16:6

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Ζωή μισεύει

Ελληνική ταινία· τη σιχάθηκα, μα τη βλέπω. Με μεγάλωσε, τη μιμήθηκα.

Δέρμα μπαλωμένο. Χρόνος δανεικός. 

Αυτιά σε υπολειτουργία.
Συναισθήματα δυνατά.
Ένστικτο.

Ξέχασα. Θυμάμαι.


Δεν αντέχω άλλο μέσα σε ένα σπίτι. Σύντομα θα είμαι στο κανονικό μου σπίτι· κουράγιο. 


Θάνατος. Αλλαγή. Προσμονή. Το νέο έρχεται.

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Πόσο ακόμα

Πόσο ακόμα; Πίσω από τα παράθυρα, τις κλειστές κουρτίνες.
Πόσο ακόμα; Να περιμένω το αργότερα για να με ανακουφίσει.
Πόσο ακόμα; Αναμονή για το όμορφο, αυτό το αξεπέραστο.
Πόσο ακόμα; Ένα χάδι γλυκό, και μια ανάσα βαθιά - στο δείλι.

Εδώ. Τώρα. Όχι. Μετά. Επιθυμία. Βαθιά. Για Σένα.

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Ζωή.

Πίεση να κάνεις ό,τι θέλουν οι άλλοι. Ανάθεμα οι συμβουλές τους κι οι όμορφες ιδέες τους.       
                                          
Κρατούσε ένα κίτρινο φαράσι με σκουπίδια και πήγε η γιαγιά να το αδειάσει στον μεγάλο γκρι σκουπιδοντενεκέ.
Το μικρό όμορφο κοριτσάκι κοντοστάθηκε πιο πίσω. Η γιαγιά γυρνώντας του είπε  να ανέβει στην ρόδα για να το κάνει γύρω γύρω. Τραβάει μια φορά η γιαγιά. Μια δυο τρεις, στην τέταρτη σταμάτησε και του ζήτησε να κατέβει. Αυτό δεν κατάλαβε ότι μόλις σταματήσει η ρόδα να γυρνάει, η γιαγιά δε θα την ξανακουνήσει. Κουράστηκε. Πείσμα κι οι δυο. Το κορίτσι να μην κατεβαίνει, και σφιχτά να κρατάει το σίδερο. Η γιαγιά πιο πολύ πείσμα. Με το κίτρινο φαράσι στο χέρι απομακρύνεται, λέει φεύγω, μα αυτό δεν τρομάζει.       

Σφιχτά κρατάει το σίδερο. Και η γιαγιά απομακρύνεται κι άλλο κοιτάζοντάς το. Κουνάει το φαράσι - νομίζει ότι είναι θέλγητρο. - Επιφανειακά.  Όλα.

Τα πόδια λυγίζουν. Από ένα κενό στα ξύλα που πατούν τα πόδια του απλώνει χαμηλά το ένα πόδι. Και δε βρίσκει έδαφος, εκεί που είναι, λίγο έδαφος. Ξανασηκώνεται. Πάλι λυγίζει. Θέλει να πιάσει έδαφος, στέρεο έδαφος.

Όμως η γιαγιά από μακριά το βλέπει, και κατάλαβε. Αφήνει το φαράσι σε ένα πεζούλι, και με βήματα μεγάλα πάει να το πάρει το κορίτσι, σίγουρη πως αυτό θέλει να φύγει.
Και πλησιάζει, και το σηκώνει, και φεύγουν μαζί.

Ανάθεμα. Μαζί η ευλογία μαζί και η κατάρα.